Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Οι πρόσφυγες...

...και ο παρ' ολίγον Προσφυγικός Συνοικισμός στο Πάρκο.

Από το βιβλίο του Γερ. Παπατρέχα : «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ»

Η άφιξη και εγκατάσταση προσφύγων στο Αγρίνιο, υπήρξε σταδιακή και κράτησε από το 1922 ως το 1924. Πολλές οικογένειες έφτασαν εδώ τον πρώτο καιρό, δηλαδή μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και ακολούθησαν άλλες αφού περιπλανήθηκαν σε διάφορα μέρη κυρίως της Δυτικής και Νότιας Πελοποννήσου, Γαστούνη, Πύργο, Γύθειο ή και στην Ηγουμενίτσα της Ηπείρου.
Οι περισσότεροι προέρχονταν από περιοχές του Πόντου, Σαμψούντα, Κερασούντα, Νικομήδεια, Μπάφρα, ενώ άλλοι από την Ιωνία, Σμύρνη, Έφεσο κ.ά.
Το 1924 έφτασαν οι τελευταίοι από την τουρκόφωνη Καππαδοκία, μετά την συμφωνία για την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Η κατάστασή τους ήταν απ’ όλες τις απόψεις τραγική. Όλη τους η περιουσία ήταν ότι κουβαλούσαν στην πλάτη τους κι αυτά κουρέλια. Η παροιμιακή έκφραση «ούτε σάλιο στη γλώσσα», είχε γι αυτούς κυριολεκτική σημασία.


Στοιβάχτηκαν σε σχολεία και αποθήκες και πέρασαν απίστευτα δύσκολες μέρες, μέσα σε συνθήκες συνωστισμού, αναγκαστικής έλλειψης καθαριότητας και στέρησης. Επόμενο ήταν να δημιουργηθούν εστίες μόλυνσης και να σημειωθούν πολλά κρούσματα εξανθηματικού πυρετού. Από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Κοινοτικού Συμβουλίου της 21ης Ιανουαρίου 1923 πληροφορούμαστε σχετικά: «Ο κοινοτικός σύμβουλος κ. Μιλτιάδης Τζάνης προσέθηκεν ότι τα πέριξ της πόλεως μέρη μαστίζει σήμερον ο εξανθηματικός τύφος και ο κίνδυνος είναι προφανής δια την υγείαν της πόλεως».
Κατά την ίδια συνεδρίαση πάρθηκε απόφαση και χορηγήθηκαν, ως συμβολή της Κοινότητας, 35.000 δραχμές, από το Σταΐκειο κληροδότημα, ποσό αρκετά σημαντικό για την εποχή και οπωσδήποτε όχι από τα περισσεύματα, που ποτέ δεν υπήρχαν. Το ποσό δόθηκε, «...εις την υπό τον κ. Νομάρχην Αιτωλοακαρνανίας συσταθείσαν επιτροπήν, προς κατασκευήν, έξωθεν της πόλεως Αγρινίου, στεγασμάτων δια τους πρόσφυγας, προς αποτροπήν του κινδύνου της αναπτύξεως του νοσήματος εξανθηματικού τύφου».
Αναμφισβήτητα υπήρξε συμπαράσταση και πολλοί Αγρινιώτες εκδήλωσαν φιλάνθρωπα αισθήματα προς τους δύστυχους ξεριζωμένους.
Ο ίδιος παραπάνω πολυπράγμων Σύμβουλος θα παρατηρήσει στην συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1923:
«Η Κοινότης Αγρινίου και η ιδιωτική πρωτοβουλία απετέλεσαν υπέρ της εγκαταστάσεως των θυμάτων της Μικρασιατικής καταστροφής περισσότερα από κάθε άλλην πόλιν».
Το 1926 παραδόθηκαν τα πρώτα προσφυγικά σπίτια αλλά και μέχρι το 1930 υπήρχαν ακόμη άστεγες οικογένειες, που συνωστίζονταν σε τρείς μεγάλες παράγκες στον «Παλιό Συνοικισμό».
Η οικοδόμηση σπιτιών για την στέγαση των υπολοίπων οικογενειών είχε αναγκαστικά σταματήσει, γιατί δεν υπήρχε οικοδομική έκταση. Οι Σύλλογοι των προσφύγων ζήτησαν, και πέτυχαν τελικά, να παραχωρηθεί για τον σκοπό αυτό το κτήμα Αδελφών Παπαστράτου έκτασης 54 στρεμμάτων. Και το κτήμα αυτό δεν ήταν άλλο από το σημερινό Πάρκο, που οι Αδελφοί Παπαστράτου είχαν αγοράσει από τον Κώστα Χατζόπουλο, τον ποιητή και συγγραφέα, κληρονόμο των θετών του γονέων Σωτήρη και Ελένης Στάικου. Την εποχή εκείνη ήταν εγκαταλειμμένο σχεδόν με ελάχιστα στρέμματα καλλιεργούμενα από διάφορους ενοικιαστές.


Η τότε Κυβέρνηση προχώρησε στην απαλλοτρίωση του κτήματος, αλλά η απόφαση εκείνη προκάλεσε την καθολική αντίδραση δημοτικής αρχής και δημοτών.
Και αποδείχτηκε πως ήταν ευτύχημα για την πόλη εκείνη η αφύπνιση και η έντονη αντίδραση.
Μέχρι τότε οι ιδιοκτήτες του κτήματος έδιναν προφορικές υποσχέσεις, ότι σχεδίαζαν να δημιουργήσουν εκεί έργο κοινής ωφέλειας και γινόταν λόγος για παιδικούς - σχολικούς κήπους, υπαίθρια σχολεία, σύμφωνα με ευρωπαϊκά πρότυπα κ. ά.
Μόλις δημοσιεύτηκα στην Εφημερίδα Κυβερνήσεως το διάταγμα απαλλοτρίωσης, ο Δήμαρχος κάλεσε το Δημοτικό Συμβούλιο σε έκτακτη συνεδρίαση.
«Συνεδρίαση 16.3.1929»
«Δήμαρχος: Εζήτησα κύριοι την επείγουσα  πρόσκλησιν του Συμβουλίου, κατόπιν της δημοσιευθείσης εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως απαλλοτριώσεως του κτήματος των Αδελφών Παπαστράτου, ίνα ανεγερθή συνοικισμός, εις ον να εγκατασταθούν οι εν τη πόλει διαμένοντες πρόσφυγες. Το δε κτήμα Παπαστράτου, ευρισκόμενον εις την κεφαλήν της πόλεως και εις την μεγακυτέραν οδόν αυτής, την αποτελούσαν την κυριωτέραν αρτηρίαν της πόλεως, δεν ενδείκνυται δια συνοικισμόν, πολλώ δε μάλλον, διότι εις όλους τυγχάνει γνωστόν, ότι το κτήμα τούτο θα διατεθή υπό των κατόχων του, δια κοινωφελείς σκοπούς της πόλεως».
Κατά την συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου ήταν παρόντες και οι αντιπρόσωποι των προσφύγων Μιχαηλίδης και Μαυρίδης, οι οποίοι δήλωσαν, ότι για το καλό της πόλης δέχονται να παραιτηθούν, αρκεί να βρεθεί άλλο γήπεδο.
Από της εφημερίδα «Τριχωνίς» της 24ης Μαρτίου 1929, πληροφορούμαστε ότι την επομένη της συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου, δηλαδή στις 17 Μαρτίου, ημέρα Κυριακή, είχε συγκροτηθεί συλλαλητήριο στην πόλη για την άρση της απαλλοτρίωσης:
«Κατόπιν της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του γηπέδου Αδελφών Παπαστράτου, επιτροπή εκ συμπολιτών εζήτησε άδειαν παρά της Χωροφυλακής δια συγκρότησιν συλλαλητηρίου, όπερ και εγένετο την πρωίαν της παρελθούσης Κυριακής. Επίσης την πρωίαν της αυτής ημέρας συνήλθον εν κλειστώ χώρω και οι πρόσφυγες, οίτινες έλαβον αποφάσεις όπως υποχωρήσωσι της αξιώσεως της εγκαταστάσεώς των εις το γήπεδον των Αδελφών Παπαστράτου και ότι δέον το ταχύτερον να εξευρεθή άλλο τοιούτον κατάλληλον από υγιεινής απόψεως».


Οι πρόσφυγες παρόλο που η απαλλοτρίωση ήταν πια τετελεσμένο γεγονός, δηλώνουν πρόθυμοι να παραιτηθούν, αρκεί να τους εξασφαλισθεί άλλο γήπεδο. Και δήλωναν παραίτηση για δύο λόγους: αφενός γιατί και αυτοί αναγνώριζαν ότι το γήπεδο ήταν πραγματικά κεφαλή της πόλης, και θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για το καλό του συνόλου κι αφετέρου γιατί δεν ήθελαν σε καμμία περίπτωση να βρεθούν αντιμέτωποι, να ανοίξουν διαμάχη με τους γηγενείς, με τους οποίους έπρεπε να συμβιώσουν.
Κατά την συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 3ης Ιουλίου 1929, αρ. πρακτικού 66, το Δημοτικό Συμβούλιο:  
«…εκφράζει τας ευχαριστίας του προς τον κ. Ηλιού, πρόεδρον της Παναιτωλοακαρνανικής οργανώσεως προσφύγων, δια την παραίτησίν των επί του κτήματος, ως και προς τον κ. Μυστακίδην, Πρόεδρον των Νικομηδειωτών, δια τον αυτόν λόγον. Ο κ. Καράλης, Πρόεδρος της Παμπροσφυγικής Ενώσεως, καλούμενος, δηλοί ότι δεν θέλουν να πάρουν το οικόπεδον αυτό από την πόλιν και ότι ευχαρίστως θα παρητούντο των αξιώσεών των επ’ αυτού, εφόσον όμως θα εξευρίσκετο πρώτον έτερον γήπεδον δια συνοικισμόν».
Δικαιολογημένη η αξίωση του Προέδρου, γιατί φοβόταν μήπως, αφού παραιτηθούν, παραπεμφθεί το ζήτημα στις ελληνικές καλένδες και οι οικογένειες παραμένουν άστεγες. 

Τελικά ρυθμίστηκε το θέμα. Και οι πρόσφυγες ταχτοποιήθηκαν και η πόλη απόχτησε το πολύτιμο πάρκο της.

Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Η πολιορκία του Ζαπαντίου

*18 Ιουλίου 1821*


Μεγάλη Χώρα – Ζαπάντι

4 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πόλης του Αγρινίου βρίσκεται η Μεγάλη Χώρα. Παλιότερη ονομασία της περιοχής ήταν Ζαπάντι, αν και μέχρι σήμερα οι περισσότεροι χρησιμοποιούν αυτή την παλιά ονομασία, παρ’ ότι άλλαξε από το 1927.
Στο Χάρτη του Barnand Randolf (1560), αναφέρεται η ονομασία «Ζαπάντα».
Η ονομασία της πόλης τους (Ζεμπάν, Ζαπάντ') είναι σλαβική και σημαίνει «δυτικά». Κατά την άποψη του Εβλιά Τσελεμπί η ονομασία είναι Τούρκικη και σημαίνει «γλώσσα».

Ζαπαντιώτες στο πανηγύρι τους το 1906

Ζαπαντιώτες στο πανηγύρι του το 1918



Από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα το Ζαπάντ' ήταν μια μεγάλη κωμόπολη. Είχε 300 σπίτια που περικλείονταν με ψηλούς τοίχους, τρία σχολεία και δύο λουτρά. Ήταν επίσης μεγάλο εμπορικό κέντρο. Είχε 57 μαγαζιά και τρία χάνια για εμπόρους, γιατί κάθε βδομάδα γινόταν μεγάλη εμποροπανήγυρις και τα καπνά του είχαν κατακτήσει τον κόσμο. Γι' αυτό το λόγο οι κάτοικοι του αρνήθηκαν επίμονα να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, όπως έκαναν οι μουσουλμάνοι «αστοί» του Αγρινίου. Πολέμησαν με αυταπάρνηση για το βίος τους, όπως παντού και πάντα πολεμούν οι άνθρωποι, άσχετα σε ποιο έθνος και σε ποια φυλή ανήκουν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε, οι κάτοικοι του τότε Ζαπάντ' υποστήριζαν ότι ήταν απόγονοι των αρχαίων «Λαλαίων». Δεν ήταν Τούρκοι στην καταγωγή αλλά αυτόχθονες μικροϊδιοκτήτες, χριστιανοί, ομαδικά εξισλαμισμένοι. Παντρεύονταν γυναίκες ελληνίδες χριστιανές (δεν ξέρουμε αν υποχρεώνονταν και αυτές να αλλαξοπιστήσουν) και όλες οι οικογένειες μιλούσαν και ελληνικά και τούρκικα. 
Το γεγονός αυτό δίνει και μια εξήγηση γιατί ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου, μια παλαιοχριστιανική βασιλική (4ος-6ος αι. μ.Χ.), το αρχαιότερο χριστιανικό μνημείο της περιοχής, συνυπήρχε με τα δύο τζαμιά του Ζαπάντ’ και μάλιστα, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, «φαίνεται» ότι ο ναός ζωγραφίστηκε ολόκληρος τον 16ο αιώνα, την εποχή που το μουσουλμανικό Ζαπάντ' βρισκόταν σε μεγάλη ακμή.

Ο Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Η μουσουλμανική θρησκεία δεν έχει γυναικεία θεότητα και η Παναγιά ήταν πολύ αγαπητή ακόμα και στις μουσουλμάνες τουρκικής καταγωγής. Η Παναγιά ονομαζόταν από τους μουσουλμάνους «Μεϊρέ Μάνα».
Το αποτέλεσμα ήταν οι κάτοικοι του Ζαπάντ' να μην έχουν καλές σχέσεις με τους μουσουλμάνους στο Βραχώρι -όπου παρατηρείται ενδογαμία-, γιατί οι τελευταίοι δεν τους θεωρούσαν γνήσιους Τούρκους αλλά «ελληνίζοντες» και κρυπτοχριστιανούς. Δεν είχαν καλές σχέσεις ούτε και με τους χριστιανούς της περιοχής, γιατί ως εξισλαμισμένοι ήταν αρνησίθρησκοι.


Η πολιορκία του Ζαπάντ'

Κάποτε πολιόρκησαν το Ζαπάντ' 2.000 εχθροί. Έχτισαν έναν πύργο και έφεραν και δύο πυροβόλα. Το Ζαπάντ' είχε περίπου 400 μαχητές και τέσσερις πύργους. Οι κάτοικοί του, παρόλο που πεινούσαν, αρνιόνταν να δεχτούν τους όρους υποταγής που τους πρότειναν οι πολιορκητές, πολλοί από τους οποίους, βλέποντας ότι η σθεναρή αντίσταση των πολιορκημένων οδηγούσε σε αδιέξοδο, αποχώρησαν. Αυτοί που απέμειναν άνοιξαν ένα λαγούμι, το γέμισαν με μπαρούτι και προσπάθησαν να ρίξουν τους πύργους του Ζαπάντ'. Οι μαχητές του όμως δεν έδειξαν να πτοούνται και απάντησαν με μια σφοδρή επίθεση. Οι πολιορκητές υποχώρησαν μπροστά στην ορμή των πολιορκημένων, οι οποίοι θα νικούσαν -σύμφωνα με τους ιστορικούς- αν δεν είχαν την ατυχία να σκοτωθεί ο αρχηγός τους.

Οι πολιορκητές έκοψαν τα κεφάλια των νεκρών μαχητών του Ζαπάντ' και τα κρέμασαν στον πύργο τους. Οι πολιορκημένοι τελικά -μετά από 45 μέρες πολιορκία- δέχτηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους και να φύγουν με τον όρο οι νικητές να σεβαστούν τη ζωή και την τιμή τους. Αυτοί όμως αθέτησαν τους όρους τις συνθήκης. Λαφυραγώγησαν τους ηττημένους και πολλούς τους σκότωσαν.


Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από εισήγηση 
της κ. Τασούλας Βερβενιώτη 
στην Ημερίδα 
που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 
(τμήμα σχολών Αγρινίου), 
στο Αγρίνιο,
τον Σεπτέμβριο του 2000 και δημοσιεύτηκε 
από τον Δήμο Αγρινίου.


Κατά τον μεγάλο Έλληνα ιστορικό του 19ου αιώνα, Ιωάννη Φιλήμονα, η πολιορκία του Ζαπαντιού άρχισε την 16η Ιουνίου του 1821 και η παράδοσή του έγινε την 26η Ιουλίου. 
Κατά τον Χαρίλαο Τρικούπη η παράδοση των Τούρκων έγινε την 18η Ιουλίου του 1821.

 Το Ζαπάντι

...με την ματιά του Τούρκου περιηγητή Ελβιγιά Τσελεμπή

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή ταξίδεψε σ' ολόκληρη την Οθωμανική αυτοκρατορία επί 40 χρόνια και οι αφηγήσεις του που έχουν καταγραφεί σε οκτώ τόμους, έχουν τον τίτλο "Σεγιαχατναμέ" (Βιβλίο των ταξιδιών). Ο όγδοος τόμος αναφέρεται στην χώρα μας.
Στην Ελλάδα ήρθε το 1667. Η περιήγησή του στην Αιτωλοακαρνανία πραγματοποιήθηκε το 1668.
Ας δούμε τί αναφέρει και για το γειτονικό του Βραχωριού (Αγρινίου) χωριό Ζαπάντι (Μεγάλη Χώρα).

«Ζεμπάν» [Ζαπάντι (Μεγάλη Χώρα)] 


Τρείς ώρες δρόμο [μετά το Νατολκό (= Αιτωλικό)] μές στα βουνά και υπάρχει καλοχτισμένος και ωραίος ορεινός κασαμπάς, που ανήκει στη δικαιοδοσία του Καπουδάν Πασά και βρίσκεται μέσα στα όρια του σαντζάκ του Κάρλελι (Κάρλι-ελί). Είναι «χάς χουμαγιούν», βοεβοδιλίκ και καζάς παγιέ εκατόν πενήντα ακτσέδων.
Ο ναχιές [Δήμος (Ζαπαντίου)] του περιλαμβάνει […] χωριά.
Στα γύρω βουνά υπάρχουν καταστρεμμένα αρχαία φρούρια.

Στο Ζεμπάν εδρεύει : Ναΐπης, υπαγόμενος – διοικητικά – στο Λαχόρ [Βραχώρι Αγρίνιο]. Είναι επίσης έδρα Σεμπάχ-κετχουντασί και έχει: Σερντάρη, Μουχτασίπ, Μπαντζάρ και Χαράτς.

Το τζαμί του παζαριού έχει πολύ μεγάλη ενορία. Ο μιναρές του είναι χτισμένος με σπασμένο τούβλο και η αυλή του στολίζεται με θεόρατα κυπαρίσσια. Υπάρχει ακόμα ένα τζαμί: το Κιουτσούκ-Παζάρ.

Το τζαμί του Ζαπαντιού το 1936

Σκόρπια στους μαχαλάδες, βρίσκονται: έντεκα μεστζίτ, δύο μεντρεσέδες, τρία μεκτέπ, ντερβισάδικοι τεκέδες, τρία χάνια [πανδοχεία] και δύο χαμάμ [Λουτρό για ομαδικό μπάνιο], από τα οποία, το ένα είναι στην κυρίως αγορά και το άλλο σε χίλια τουλάχιστο γεμάτα βήματα απόσταση, στο Κιουτσούκ-Παζάρ.

Από μαγαζιά, υπάρχουν πενήντα επτά, κι απ’ αυτά τα πενήντα βρίσκονται στη μεγάλη αγορά. Μια φορά την εβδομάδα γίνεται εμποροπανήγυρη, που συγκεντρώνει πλήθος εμπόρων και αγοραστών. Ο φόρος του παζαριού είναι κληροδότημα του τζαμιού του κωφάλαλου Μουσά Αγά.
Ο Μουσά Αγά – που είναι ευνούχος στο σουλτανικό χαρέμι – ίδρυσε την πόλη αυτή στα χρόνια του επουλφατίχ [εκπορθητή] Μουχάμετ Χάν [ = Μωάμεθ Β΄)]. Γι’ αυτό και ονομάζεται: Ζεμπάν (γλώσσα), κατ’ ευφημισμό για τον μουγγό αγά.

Ο κασαμπάς έχει τριακόσια σπίτια κακοχτισμένα – και όλα με τούβλα – που περιστοιχίζονται από μπαχτσέδες και αμπέλια. Δυστυχώς οι κάτοικοι είναι λίγοι, γιατί εδώ και μια τετραετία η κωμόπολη μαστίζεται από μια μυστηριώδη επιδημία. Και γι’ αυτόν τον λόγο απαγορεύσανε την είσοδο και σε μένα ακόμα «που δεν είμαι τίποτα». Πάντως, καλά θα κάνει όποιος περάσει απ’ το μέρος αυτό να μην το ομολογάει, γιατί οι χωρικοί των άλλων περιοχών ξέρουν πως το Ζεμπάν είναι μολυσμένο κι αποφεύγουν όσους έρχονται αποκεί. Κι έτσι, κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς φαγητό και κατάλυμα. Χάρη στον Αλλάχ, εμείς περάσαμε κείθε και δεν πάθαμε το παραμικρό. Ίσως γιατί δεν ήρθαμε σε επαφή με κανέναν απ’ τους ντόπιους. Και το σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο υποχρεωνότανε ο κασαμπάς να στείλει ραγιάδες και στρατιώτες στον ντισντάρη της Μάνης [κωμόπολη Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας], το παραδώσαμε σ’ έναν μουσουλμάνο αγρότη, που το σπίτι του ήταν πολύ μακρυά από το Ζεμπάν. Σ’ αυτουνού μείναμε τη νύχτα και το πρωί, αφού του δώσαμε τριακόσια γρόσια και αγοράσαμε ένα άλογο, φύγαμε άρον-άρον.

Το κλίμα είναι βαρύ κι η περιοχή παράγει ρύζι. Αλλά το προϊόν που έχει κατακτήσει τον κόσμον όλον, είναι ο καπνός του Ζεμπάν. Είναι πλατύφυλλος κι έχει σέρτικο άρωμα.



Ο κασαμπάς δεν έχει τρεχούμενο νερό και όλοι πίνουν απ’ τα πηγάδια. Παρόλα αυτά, όμως η πεδιάδα είναι πολύ καρπερή.

Εξαιτίας της επιδημίας, έχουν μείνει λίγοι άντρες στην περιοχή. Έτσι, μια γυναίκα ή μια κόρη με πεντέξι πουγγιά προίκα, μπορεί να παντρευτεί τον καλύτερο μουσουλμάνο. Γι’ αυτό, οι πιο πολλές από τις γυναίκες των είναι θυγατέρες γκιαούρηδων [Ελλήνων].

Στα περισσότερα σπίτια μιλάνε όλοι ρωμέικα [Ελληνικά] – το ίδιο καλά με τα τούρκικα, - αλλά η νοοτροπία τους είναι καθαρά ρωμέικη [Ελληνική].

Όλων τα ρούχα είναι τσόχινα. Οι πιο γέροι φοράνε μεγάλα λευκά σαρίκια, ενώ οι νεώτεροι είναι ντυμένοι νησιώτικα κι έχουνε κόκκινα φέσια». 

Ζαπαντιώτες το 1920


Ο Φραγκίσκος Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, τόμος Στερεά Ελλάς, Αττική, Κόρινθος, 1995, Βιβλίο Δέκατο, Κεφάλαιο τέταρτο, σ. 290), γράφει ότι, στη δεκαετία 1805-1815, «το Ζαπάντι [Μεγάλη Χώρα] ήταν μια κωμόπολη ογδόντα σπιτιών μουσουλμάνων», αλλά δεν αναφέρει τον αριθμό των σπιτιών των ελληνικών οικογενειών.
Το παραπάνω κείμενο είναι του Ιωάννη Νεραντζή 

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ
κασαμπάς [κωμόπολη]
σαντζάκ [νομός]
Ναΐπης [ιεροδικαστής]
Μουχτασίπ [Αγορανόμος]
Χαράτς-εμινί [Φοροεισπράκτορας του κεφαλικού φόρου]
χάς χουμαγιούν [Σουλτανικό χάσι/τιμάριον]
βοεβοδιλίκ [έδρα πολιτικού διοικητηρίου]
καζάς παγιέ [έδρα ιεροδικαστικής εξουσίας σε επίπεδο επαρχίας]
ακτσές [νόμισμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας]
μεστζίτ [τέμενος χωρίς μιναρέ]
μεντρεσέδες [Ιεροδιδασκαλεία]
μεκτέπ [σχολείο για μικρά παιδιά]
ντισντάρης [Φρούραρχος]
σερήδες [πιστοί Μουσουλμάνοι, σε αντίθεση με το «καφίρηδες» (=άπιστοι)